Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Η επίδραση της παχυσαρκίας στη γονιμότητα και την κύηση



Η επίδραση της παχυσαρκίας στη γονιμότητα και την κύηση

Η παχυσαρκία κατά την διάρκεια της κύησης σχετίζεται με διάφορους μητρικούς και περιγεννητικούς κινδύνους.
Δεν είναι ξεκάθαρο εάν η παχυσαρκία είναι μια άμεση αιτία αρνητικής έκβασης σε μία εγκυμοσύνη ή εάν αυτά τα δύο έχουν παρόμοιες αιτίες. Παρότι δεν έχουν γίνει μελέτες ,φαίνεται ότι το ενδοκρινολογικό ‘περιβάλλον’ της παχυσαρκίας (αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης , ανδρογόνων, λεπτίνης) είναι ο πιθανός μηχανισμός.
Τα δεδομένα προτείνουν ότι οι παχύσαρκες γυναίκες πρέπει να ενθαρρύνονται να χάνουν βάρος (με δίαιτα, άσκηση) προτού προσπαθήσουν να συλλάβουν.
Μεγάλη αύξηση του βάρους μεταξύ των κυήσεων έχει αρνητική επίδραση στην εγκυμοσύνη, ανεξάρτητα από την προ της κύησης βάρος. Σε μελέτη που έγινε και αφορούσε 200.000 γυναίκες , φάνηκε ότι αύξηση του βάρους κατά περίπου 9 kg μεταξύ πρώτης και δεύτερης εγκυμοσύνης είχε σαν αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο για προεκλαμψία , υπέρταση κύησης , διαβήτη κύησης , καισαρική τομή και ενδομήτριο θάνατο στην δεύτερη εγκυμοσύνη. Αυτή η αύξηση του κινδύνου ήταν ευθέως ανάλογη με το ποσό του βάρους που αυξήθηκε και παρατηρήθηκε ακόμη και σε γυναίκες που το βάρος τους παρότι αυξήθηκε , παρέμεινε σε φυσιολογικά επίπεδα.
Οι περισσότερες μελέτες αναφέρουν σχέση μεταξύ αυξημένου BMI (δείκτης μάζας σώματος) και υπογονιμότητας. Επιπλέον , πολλαπλές μελέτες παρατήρησης έχουν δείξει ότι η μείωση του βάρους σε παχύσαρκες υπογόνιμες γυναίκες οδηγεί σε αύξηση της συχνότητας της ωορρηξίας και της πιθανότητας κύησης.
Η υπογονιμότητα σε παχύσαρκες γυναίκες σχετίζεται συνήθως με διαταραχή στην ωορρηξία και σε κάποιες από αυτές με το Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών.
Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι ακόμη και μεταξύ των παχύσαρκων γυναικών που κάνουν ωορρηξία, έχουμε μειωμένους δείκτες φυσικής σύλληψης. Η αιτία εδώ φαίνεται να είναι τα αυξημένα επίπεδα της ινσουλίνης.
Η απώλεια βάρους σε παχύσαρκες υπογόνιμες γυναίκες οδηγεί σε ευνοϊκές ορμονικές αλλαγές και βελτίωση της γονιμότητας.Υπάρχουν δεδομένα ότι η θεραπεία με μετφορμίνη σε παχύσαρκες γυναίκες με υπογονιμότητα εξαιτίας του Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών προκαλεί ωορρηξία.
Άλλα ζητήματα σχετικά με παχυσαρκία και κύηση είναι τα εξής :
-BMI (δείκτης μάζας σώματος ), βάρος σε κιλά δια ύψος σε μέτρα στο τετράγωνο, Kg/m2) μεγαλύτερο ή ίσο με 30 σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αποβολή.
-Η συχνότητα Σακχαρώδους Διαβήτη Κύησης και Υπερτασικής Νόσου Κύησης είναι αυξημένα σε έγκυες παχύσαρκες.
-Παράταση κύησης είναι πιο συχνή σε παχύσαρκες γυναίκες. Ο μηχανισμός δεν έχει ακόμη εξηγηθεί.
-Επίσης , οι παχύσαρκες έγκυες έχουν αυξημένο κίνδυνο για λοίμωξη του ουροποιητικού και πιο παρατεταμένους τοκετούς λόγω αύξησης της ενεργούς φάσης.
-Αιμορραγία μετά τον τοκετό συμβαίνει επίσης πιο συχνά σε παχύσαρκες γυναίκες.

Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Ο Υποκλινικός Υποθυρεοειδισμός ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία η βασική ορμόνη του θυρεοειδή, η θυροξίνη, είναι εντός φυσιολογικών ορίων , ενώ η TSH, ορμόνη με την οποία ο εγκέφαλος (συγκεκριμένα η υπόφυση), ρυθμίζει την λειτουργία του θυρεοειδή αδένα είναι αυξημένη. Κάποιοι  από τους ασθενείς με Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό έχουν γενικά συμπτώματα όπως κούραση ,αίσθημα αδυναμίας, πεσμένη διάθεση και αρνητικά αισθήματα, βραδυκαρδία (χαμηλός καρδιακός ρυθμός, κάτω από 60 σφυγμούς/λεπτό), υπερευαισθησία στο κρύο, δυσκοιλιότητα, αύξηση βάρους, κατακράτηση υγρών, πόνος στις αρθρώσεις και μυϊκές κράμπες, ξηρό δέρμα, αίσθηση φαγούρας, λεπτά και εύθραυστα νύχια, προβλήματα στον μηνιαίο κύκλο και γυναικεία στειρότητα, μειωμένη εφίδρωση, χαμηλός μυϊκός τόνος (μυϊκή υποτονία), υπερπρολακτιναιμία, γαλακτόρροια, αυξημένα επίπεδα χοληστερίνης στο αίμα αλλά η  πλειοψηφία τους δεν έχει κανένα σύμπτωμα, γι’ αυτό η διάγνωση τίθεται μόνο μετά από εξετάσεις αίματος.


       Η συχνότητα του Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού είναι σχετικά μεγάλη, κυμαίνεται από 4 με 15%, ενώ σε περιοχές με έλλειψη ιωδίου έχει υπολογιστεί σε μελέτη να φτάνει το 23,9%. Οι αιτίες του Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού είναι ίδιες με του κλασικού κλινικού Υποθυρεοειδισμού. Οι περισσότεροι ασθενείς έχουν αυτοάνοση φλεγμονή του θυρεοειδή (Hashimoto) με υψηλές συγκεντρώσεις αυτοαντισωμάτων (anti-TPOanti-TG).

       Η σημασία του Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού είναι ότι ενώ ο θυρεοειδής παράγει σε ικανές ποσότητες τις ορμόνες του, για να διατηρήσει αυτήν την παραγωγή υπερλειτουργεί και σταδιακά θα μειωθεί αυτή η παραγωγή και θα μεταπέσει στον κλασικό κλινικό υποθυρεοειδισμό. Ήδη όμως σε αυτήν την κατάσταση, κατά την οποία ο θυρεοειδής δυσκολεύεται αλλά τα καταφέρνει, δημιουργούνται προβλήματα στον οργανισμό και κάποια από αυτά έχουν να κάνουν με την Αναπαραγωγή και την Κύηση.

     Η πρώτη διαταραχή που μπορεί να παρατηρηθεί στον Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό είναι δυσλειτουργία στην διαδικασία της ωορρηξίας. Υπάρχει μελέτη που δείχνει ότι μόνο μία στις τρεις γυναίκες με Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό θα μπορέσει να συλλάβει με φυσικό τρόπο! Η θεραπεία με λεβοθυροξίνη βελτιώνει τα ποσοστά αυτόματης σύλληψης στις υπόλοιπες γυναίκες.

      Ο έλεγχος για την παρουσία Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού έχει μεγάλη σημασία και για τις γυναίκες με ιστορικό αποβολών. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής σε γυναίκες με Υποκλινικό Υποθυρεοειδισμό καθώς και σε ευθυρεοειδικές γυναίκες με θετικά τα αντισώματα εναντίον του θυρεοειδή (anti-ΤΡΟ). Αναλύσεις μελετών έχουν δείξει ότι οι γυναίκες με θετικά τα αυτοαντισώματα εναντίον του ενζύμου της (θυρεοειδικής υπεροξειδάσης) ΤΡΟ έχουν διπλάσιο ή τριπλάσιο κίνδυνο αποβολής σε σχέση με γυναίκες χωρίς αυτά τα αυτοαντισώματα. Άλλες μελέτες έδειξαν ότι η θεραπεία σε αυτές τις γυναίκες μειώνει τον κίνδυνο αποβολής κατά 52%.

      Στην εγκυμοσύνη ο Υποκλινικός Υποθυρεοειδισμός φαίνεται να έχει επίδραση στην νευροψυχολογική ανάπτυξη των εμβρύων. Σε μελέτη σε παιδιά ηλικίας 7 με 9 ετών ο μέσος όρος του δείκτη νοημοσύνης (IQ score) ήταν ελαφρά χαμηλότερος στα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν υψηλές τιμές TSH κατά την διάρκεια του 2ου τριμήνου σε σχέση με τα παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν φυσιολογικές τιμές TSH. Επίσης, ο Υποκλινικός Υποθυρεοειδισμός φαίνεται να διπλασιάζει τον κίνδυνο πρόωρου τοκετού, γεγονός που μπορεί εν μέρει να δικαιολογήσει τα ευρήματα της προηγούμενης μελέτης.

      Πολύ πρόσφατα, τον Ιούνιο του 2014, η Αμερικανική Εταιρεία Θυρεοειδούς εξέδωσε μία οδηγία κατά την οποία οι έγκυες και οι θηλάζουσες γυναίκες οφείλουν να λαμβάνουν συμπλήρωμα διατροφής που να περιέχει ιώδιο. Το ιώδιο είναι απαραίτητο για τον σχηματισμό των ορμονών του θυρεοειδή. Η έλλειψη του είναι μία ακόμα αιτία Υποκλινικού Υποθυρεοειδισμού που μπορεί να επηρεάσει την φυσιολογική εγκεφαλική ανάπτυξη αλλά και να αυξήσει την ευπάθεια σε περιβαλλοντικούς ρυπαντές όπως τα νιτρώδη και τα θειοκυάνια που δημιουργούνται και από το κάπνισμα!